Δευτέρα, Απριλίου 16, 2012

Χριστός Ανέστη! (άσχετο...)

Διάβαζα από μικρός. Δεν έχω διαβάσει πολλά από τα βιβλία που ίσως πολλοί θεωρούν συγκλονιστικά, και αρκετά από αυτά πιθανώς να μην τα διαβάσω ποτέ… Συνεχίζω όμως να διαβάζω με όρεξη.

Μόλις τελείωσα όμως ένα συγκλονιστικό βιβλίο, κι αυτό είναι το «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» του Νίκου Καζαντζάκη. Είναι και το πρώτο βιβλίο του που διαβάζω. Δεν ντρέπομαι, έχω ακόμη χρόνο να διαβάσω κι άλλα, ευτυχώς…

Μέσα στις τελευταίες του σελίδες, γέλασα με την καρδιά μου κι έκλαψα σιωπηλά.

Βρήκα πολλά συγκλονιστικά πράγματα μέσα σε αυτό το βιβλίο. Ήρθα αντιμέτωπος, μέσα στις σελίδες του, με τη ζωή μου την ίδια. Σε κάποια σημεία με έβαλε σε σκέψεις, σε άλλα είδα κάποια γεγονότα της ζωής μου κάτω από ένα άλλο φως, ενώ σε άλλα ακόμα, με δυό φράσεις, μου ξεκαθάρισε ερωτήματα που με έχουν βασανίσει πολλάκις…

Γυναίκα, άντρας, έρωτας, ζωή, θάνατος, πατρίδα, θρησκεία, δουλειά επιτυχία. Ο Ζορμπάς, οι εμπειρίες του, οι ιστορίες του κι οι κουβέντες του, καταπιάνονται με όλα αυτά τα μεγάλα θέματα της ζωής.

Στην τόσο, μα τόσο, ανθρώπινη φιγούρα του Ζορμπά είδα τον πατέρα μου, είδα κομμάτια του εαυτού μου. Ζήλεψα την απολυτοσύνη του, την λευτεριά του. Θαύμασα την ανοιχτή καρδιά του. Ο Ζορμπάς τα εκτιμά όλα μόνο όπως κάποιος που τα είχε όλα και τα έχασε, μπορεί. Αντιμετωπίζει την αμαρτία όπως μόνο ένας πραγματικά αμαρτωλός μπορεί. Και ζει την κάθε στιγμή γιατί ξέρει πως μια μέρα όλα θα τελειώσουν. Είναι παλικάρι ως την τελευταία στιγμή…

Θυμήθηκα εν τω μεταξύ μια σκέψη μου παλιά, πως, συχνά, μπορεί δυό άνθρωποι να διαβάσουν το ίδιο βιβλίο και ο ένας να βρεί μέσα σε αυτό τη δύναμη η την ορμή να κάνει ένα πράγμα και από το ίδιο βιβλίο ένας άλλος να βρει το σθένος να κάνει το αντίθετο…

Η πρώτη φορά που το ένιωσα αυτό, ήταν όταν, φρεσκοχωρισμένος, διάβασα ένα από τα βιβλία που άφησε πίσω της η σύντροφος μου φεύγοντας. Ήταν ένα βιβλίο φιλοσοφίας, μέσα στο οποίο βρήκα πολλά, ανάμεσα τους μια επιβεβαίωση των επιλογών μου και μπόλικη ηρεμία.

Διαβάζοντας το, σε τακτά διαστήματα, έβρισκα η έπεφταν από μέσα μικρά τετράγωνα χαρτάκια με σημειώσεις που κρατούσε η πρώην καλή μου. Σαφώς ήταν τα σημεία που την συγκλόνισαν και αυτά που «πήρε» από την ανάγνωση. Και αυτά που ίσως της έδωσαν την ορμή να «φύγει».

Είναι λοιπόν τα βιβλία που περιέχουν συγκλονιστικές αλήθειες η μήπως οι αλήθειες βρίσκονται μέσα μας και τα βιβλία μας τις αποκαλύπτουν η μας δίνουν την ορμή και το σθένος να κάνουμε το βήμα?

Και κατ’επέκταση δεν είναι κάθε γεγονός, κάθε κατάσταση που ζούμε, μια εμπειρία από την οποία ο καθένας θα αποκομίσει αυτό που τα δικά του εσωτερικά δεδομένα θα του επιτρέψουν?

Κάποτε συνέβη ένα γεγονός που με ώθησε να γράψω το εξής:

Κόψανε το δέντρο σήμερα.
Εκείνο τον ακούραστο φρουρό
του παραθύρου μου
Εκείνο τον φίλο κάποιας δύσκολης στιγμής

Κι η μηχανή βουίζει μες τα αυτιά μου
και κάποιες παιδικές ιστορίες έρχονται στο νού μου…

Για μάγισσες και θάνατο κρυφό
για τάφους και φαντάσματα χαμένων
Κι ο θόρυβος δεν σταματάει
κι η ακονισμένη λεπίδα κόβει
το κορμί του γέρου που στάθηκε ολόρθος τόσα χρόνια,
μόνο για να πέσει άδοξα
κάποια συννεφιασμένη μέρα του χειμώνα

Δεν νόμιζα ότι θα έφτανε ως εδώ φίλε μου,
Νόμιζα πως θα ζούσες πιο πολύ από μένα
Μα η πικρή πραγματικότητα τα τσάκισ’όλα.

Και δεν θ’ακούω το θρόισμα των φύλλων σου στον αέρα,
ούτε θα βλέπω τα πουλιά μες τα κλαδιά σου,
και σαν θελήσω από το ήλιο να κρυφτώ,
δεν θα βρω καν μια φευγαλέα σκιά σου.

Κι η μηχανή βουίζει μες τα αυτιά μου
γνώριμος ήχος,
θάνατος ψεύτικος, πικρά αληθινός,
θάνατος άσχημος κι ολότελα φτηνός.

4/1/86

Αυτό που τόσο με στεναχώρησε ώστε να αποτυπώσω τα αισθήματα μου με στίχο εκείνο το γεναριάτικο πρωινό, ήταν ένα καθημερινό γεγονός. Το δέντρο κόπηκε και άνοιξε το δρόμο για να περνούν κάποιοι πιο εύκολα, πρόσφερε ίσως κάποια εφήμερη ζεστασιά με τα ξύλα του, και γρήγορα ξεχάστηκε. Μια αναμνηση του έμεινε μόνο αποτυπωμένη σε ένα εφηβικό ημερολόγιο…


Όπως με τα βιβλία, έτσι και με ταινίες και τραγούδια, βρίσκουμε λόγια, σκηνές και φράσεις να μας εμπνέουν, να μας χαρίζουν μιαν αίσθηση «αλήθεια» στη ζωή μας. Αληθινή η όχι δεν έχει σημασία, άλλωστε μόνο εμείς μπορούμε να το κρίνουμε. Ο καθένας μας ζει την δική του αλήθεια. Βοηθάει βέβαια να το κατανοούμε αυτό και για τυος άλλους...

Ως τώρα ο αγαπημένος μου συγγραφέας βιβλίων που είχαν μιλήσει στην ψυχή μου ήταν ο Τομ Ρόμπινς. Προσθέτω τώρα και τον Καζαντζάκη…

Και το ταξίδι συνεχίζεται…

Πέμπτη, Απριλίου 12, 2012

Ψηφοφόροι...

Εκείνο το πρωί, η Άννα ξεκίνησε για τη σχολή χωρίς πολλή όρεξη... είχε κι αυτόν τον ηλίθιο σάκκο να κουβαλήσει. Μόλις θα σχόλαγε, έπρεπε να πάει κατευθείαν στο σταθμό του ΚΤΕλ για να προλάβει το λεωφορείο.'Αλλη όρεξη δεν είχε! Αλλά η μάνα της, το είχε ξεκαθαρίσει, έπρεπε να πάει να ψηφίσει. Ο κύριος Αδάμου, ο γεροξεκούτης που τόσα χρόνια ήταν δήμαρχος της μικρής πόλης όπου μεγάλωσε, χρειαζόταν κάθε ψήφο! Ούτε μια δεν έπρεπε να πάει χαμένη. Και ήταν γνωστό βέβαια πόσα πράγματα είχε κάνει ο πρώην δήμαρχος για την οικογένεια της. Δεν πολυανακατευόταν αλλά είχε ακούσει τους γονείς της να μιλούν συχνά τα βράδια όταν νόμιζαν ότι αυτή κοιμόταν... Δεν είχε καταλάβει τι παιζόταν ακριβώς αλλά είχε ακούσει κάτι για άδειες, μίζες, στραβά μάτια και Πολεοδομία...
Τους σιχαινόταν πραγματικά. Με τα κουστούμια, τις γραβάτες και τα ψεύτικα χαμόγελα τους, όλους τους σιχαινόταν...

Αλλά έλα που τη είχαν στο χέρι! Πηγαίνοντας για να ψηφίσει θα τσίμπαγε και κάνα φράγκο, που είχε ξεμείνει... δεν υπήρχε εναλλακτική λύση.

Εναλλακτική λύση δεν είχε και ο Γιάννης. Έπρεπε να πάει στο χωριό να ψηφίσει κι αυτός. Ο πατέρας του κατέβαινε υποψήφιος για τοπικός σύμβουλος και δεν μπορούσε να του το αρνηθεί. Στα πενήντα πέντε του παρέμενε δραστήριος και με ένα πολύ σοβαρό ενδιαφέρον για τα κοινά. Πίστευε ακόμα στην δημοκρατία, στις εκλογές και στην δύναμη της ψήφου... Άδικα του έλεγε ο Γιάννης πως οι εκλογές είναι κοροιδία. Πως δεν νοείται δημοκρατία και πραγματικά ελεύθερη επιλογή όταν η επιλογή που σου δίνουν είναι ανάμεσα σε πέντε γραβατωμένους διεφθαρμένους χαραμοφάηδες κι έναν βαρεμένο οικολόγο, πρώην τρόφιμο ψυχιατρείου... δεν άκουγε κανέναν.

Κανέναν δεν άκουγε κι ο Λάμπρος. Όχι πως δεν ήθελε, απλά είχε πολύ φασαρία! Το μηχάνημα που οδηγούσε αγκομαχούσε, έτριζε και σειόταν σαν μυθικό τέρας. Ατμοί έβγαιναν από παντού. Κάτω από τη πίσσα με την οποία το μεγαλύτερο μέρος του ήταν καλυμμένο, ήταν κίτρινο σαν τις μπουλντόζες με τις οποίες έπαιζε ο γιός του στον κήπο. Κάθε άλλη ομοιότητα σταματούσε εκεί. Κάθε τόσο φορτηγά έρχοταν και άδειαζαν το μαύρο τους φορτίο μέσα στο μηχάνημα και έστρωνε ένα κομμάτι δρόμο ακόμα. σαν να μην έφταναν όλα ψιλόβρεχε κιόλας. Είχε μαλλιάσει η γλώσσα του να εξηγεί στον εργολάβο, πως άσφαλτος και δρόμος σωστός υπο συνθήκες βροχής δεν φτιάχνεται. Το νερό δεν αφήνει την άσφαλτο να "κολλήσει" στο υπόστρωμα όσο κι αν το είχαν ξύσει με τις αλυσίδες. Τα αφεντικά όμως δεν ήξεραν τίποτα εκτός του ότι σε 2 μέρες ήταν εκλογές και ο δρόμος έπρεπε να είναι ασφαλτοστρωμένος. Λες και θα πέρναγαν οι ψηφοφόροι, θα έβλεπαν τον όμορφο στρωμένο δρόμο και θα ξεχνούσαν 4 χρόνια σκανδάλων και ασταμάτητης μίζας!

Μίζα είχε στο μυαλό του και ο Αλέκος. Όχι τέτοια μίζα όμως. Μια μίζα Βosch που "φορούσε" ο κινητήρας του λεωφορείου του. Αντίθετα με την προηγούμενη, ετούτη είχε σταματήσει και δεν έλεγε να ξαναδουλέψει. Είχε βγει λοιπόν στη γύρα να βρει ανταλλακτικά η μια άλλη έστω και μεταχειρισμένη γιατί το μεσημέρι είχε ταξίδι και δεν έπρεπε να το χάσει. Στο ένα μετά το άλλο από τα μαγαζιά που πήγε, δεν έβρισκε αυτό που ήθελε. Μα δεν είχε κάποιος μια μίζα σε στοκ? Πρόσεξε πως στα περισσότερα μαγαζιά τα ράφια ήταν άδεια, και σε δύο περιπτώσεις μάλιστα τα μαγαζιά ήταν κλειστά. Τελικά κατά τη μια κατάφερε και βρήκε αυτό που ήθελε και γύρισε γρήγορα στο σταθμό του ΚΤΕλ να τοποθετήσει τη μίζα του και να ετοιμάσει το λεωφορείο για το ταξίδι...

Το ταξίδι προβλεπόταν βαρετό. Η τουλάχιστον έτσι νόμιζε η Άννα. Τρία χρόνια τωρα στη σχολή το είχε κάνει αρκετές φορές. Από τότε που είχε ανοίξει ο καινούριος μεγάλος δρόμος ο χρόνος είχε μειωθεί σημαντικά αλλά η βαριόμαρα είχε ενταθεί αντιστρόφως ανάλογα... Ατελείωτη μαύρη άσφαλτος, μεγάλες ευθείες και λίγες στροφές συνδυασμένες με τον ψηλό τσιμεντένιο τοίχο στο πλάι του δρόμου και το χειμερινό πια σκοτάδι συνομωτούσαν ώστε να καταστεί πολύ βαρετό το ταξίδι. Πάνε τα ενδιαφέροντα χωριουδάκια και οι απότομες στροφές (φουρκέτες τις έλεγε ο αδερφός της) που σου έκοβαν την ανάσα. Φτάνοντας στον σταθμό είδε το πίσω μέρος του λεωφορείου ανοιχτό και κάποιον με τα χέρια χωμένα βαθιά μέσα στη μηχανή να σφίγγεται βλαστημώντας χαμηλόφωνα. "Ωχ!" σκέφτηκε, "ελπίζω να μην είναι χαλασμένο το λεωφορείο, δεν θα αντέξω να αργήσουμε και να φύγουμε..." Πήγε στο γκισέ και έβγαλε εισιτήριο. Ο υπάλληλος την διαβεβαίωσε πως το λεωφορείο θα έφευγε στην ώρα του.

Στην ωρα του έφυγε κι ο Γιάννης από τη δουλειά. Όπως κάθε φορά άλλωστε. Συμβασιούχος των 650 ευρώ, είχε ήδη ξεχάσει τι ακριβώς ήταν αυτό που υποτίθεται ότι έκανε εκεί που εργαζόταν. Μια τουρίστρια που είχε γνωρίσει το καλοκαίρι,μετά το σεξ τον είχε ρωτήσει τι δουλειά κάνει και όταν προσπάθησε να της εξηγήσει εκείνη γέλασε και του είπε "Aha!! You are a paperpusher! " Του είχε μείνει αυτό γιατί του άρεσε... Όντως αυτό ήταν, ένας σμπρώχτης χαρτιών...

Σμπρώχτες χαρτιών είναι και οι ψηφοφόροι. Σμπρώχνουν τα χαρτάκια μέσα στα φάκελα άλλοι ελπίζοντας να αλλάξει κάτι, άλλοι ελπίζοντας να μην αλλάξει τίποτα, άλλοι χωρίς ελπίδα καμιά... όλοι σίγουροι για αυτό που νομίζουν πως ξέρουν...


12/4/2012
την ανάρτηση αυτή την είχα ξεκινήσει το 2010. Ήρθαν έτσι τα πράγματα για να μείνει στο ράφι, αρκετό καιρό ώστε ένας κύκλος να κλείσει και να βγει "στον αέρα" μερικές βδομάδες πριν από τις επόενες εκλογές...
Ελπίζω ότι οι συμπολίτες μου θα κάνουν την υπέρβαση και θα ξεφύγουν από τον τρόπο λειτουργίας που περιγράφω παραπάνω. Θα μείνω με την ελπίδα μάλλον. Αλλά δεν θα πάψω ποτέ να ελπίζω , πως κάπου, κάποτε μπορεί να γίνει κάτι καλύτερο.

Μιλούν οι εμπλεκόμενοι για "αντίπαλους", αντίπαλα κόμματα, αντίπαλοι πολιτικοί, αντίπαλοι βουλευτές.

Αυτό που θα ήθελα να έχει κάθε ψηφοφόρος στο μυαλό του μπαίνοντας στο εκλογικό τμήμα είναι πως ο μόνος πραγματικος αντίπαλος του, είναι ο εαυτός του.

Κι αν καταφέρει να τον νικήσει, η ζωή μπορεί να γίνει κατιτις καλύτερη για πολύ κόσμο...

Καλό σμπρώξιμο!

Δευτέρα, Απριλίου 02, 2012

Γιούκες

Ο κήπος του σπιτιού μου ήταν ένας κήπος «διακοσμητικός». Είχε «άγριο» γκαζόν. Στις καλές του μέρες έχωνες τα χέρια σου μέσα και χώμα δεν έβρισκες, τόσο πυκνό ήταν. Ξάπλωνες πάνω και ήταν μαλακό σαν στρώμα κρεβατιού… Μετά από λίγο άρχιζαν να περπατούν πάνω σου τα μαμούνια και σηκωνόσουν βέβαια…

 Ήταν γεμάτος με διακοσμητικά φυτά και κάτι τεράστια δέντρα, τα οποία τα έκοβες κι αυτά έβγαζαν δυό τρια καινούρια «κεφάλια» πιο κάτω από κει που τα έκοψες. Ένα πράμα σαν την Λερναία Ύδρα δηλαδή… Σαν δέντρα ήταν άχρηστα αν εξαιρέσεις τη σκιά που έκαναν… ούτε καρπό έβγαζαν αλλά ούτε και καίγονταν στο τζάκι!



Κάποια στιγμή αποφάσισα να μετατρέψω τον «διακοσμητικό» μου κήπο σε λαχανόκηπο και περιβόλι… Και το πρώτο και κύριο ήταν να ξεφορτωθώ τα δέντρα. Ήταν πραγματικά τεράστια. Όταν έπεφταν κάτω σειόταν η γη. Είχαν εκατοντάδες μεγάλα, ινώδη, φύλλα. Κάποια ξερά και κάποια χλωρά. Τα ξερά φύλλα καίγονταν καλά. Οι κορμοί ήταν άλλη ιστορία. Τους έκοψα σε κομμάτια και  τους άφησα να ξεραθούν για μήνες. Μετά άναψα μια μεγάλη φωτιά με άλλα ξύλα και παλέτες. Τους έβαλα κι αυτούς μαζί να καούν. Δεν καίγονται.



Τσουρουφλίζονται, καψαλίζονται, μαυρίζουν. Αλλά εκεί. Παραμένουν κούτσουρα και αρνούνται πεισματικά να γίνουν στάχτη.

Μου τη σπάνε. Γιατί έχουν αρχίσει και μου θυμίζουν τις μαλακίες που έχω κάνει στη ζωή μου.

Θα βρω μια γωνιά και θα τους βάλω εκεί. Θα τους στιβάξω όμορφα και τακτοποιημένα. Θα φροντίσω να είναι κάπου που δεν ενοχλούν, και ειδικά κάπου που δεν θα χρειαστεί να τους ξαναβγάλω…



Και το ίδιο θα πρέπει να κάνω με τις μαλακίες…