Κυριακή, Φεβρουαρίου 05, 2012

«μία απόλυτη υποβάθμιση του επιπέδου ζωής του μέσου πολίτη» η αλλιώς το δόγμα του σοκ κατά Δαμανάκη...

Τα πρωινά ξυπνούσαν νωρίς πια. Οι ρυθμοί είχαν αλλάξει κατά πολύ. Καταρχήν οι συνεχείς διακοπές του ηλεκτρικού ρεύματος, τους είχαν αναγκάσει να προσέχουν πολύ την κατανάλωση του. Ήταν βέβαια σχετικοί τυχεροί, είχε προνοήσει κ είχαν φωτοβολταικά, αγορασμένα σε μιαν άλλην εποχή, με «βρώμικα». Έτσι τα λέγαν τώρα, «βρώμικα». Το πρωινό ξύπνημα είχε γίνει γρήγορα πιο εύκολο, ειδικά από τη στιγμή που εξέλειπαν συνήθειες όπως το facebook, το internet και η ατελείωτη τηλεόραση… Χωρίς αυτά, το μόνο που μπορούσε να κρατήσει κάποιον ξύπνιο ήταν ένα βιβλίο η μια καλή παρέα… Αλλά και η κούραση, ήταν διαφορετική τώρα. Η χειρωνακτική εργασία είχε μπει για τα καλά στη ζωή όλων…

Βγήκε στον κήπο και άνοιξε τη βρύση να ποτίσει. Η ευκολία αυτή, απομεινάρι του «πολιτισμού» ήταν μια από τις μεγάλες επιτυχίες τους. Αμέσως μετά τα «γεγονότα» και την «κατάρρευση» είχε συγκροτηθεί μια ομάδα από τους παλιούς υπαλλήλους της υπηρεσίας και είχαν αναλάβει ναι διατηρήσουν την παροχή νερού σταθερή και δωρεάν. Λειτουργούσε πραγματικά καλύτερα από ποτέ. Παρόλα αυτά επειδή ήταν γνωστό ότι τα καλοκαίρια ήταν δύσκολα, όι περισσότεροι είχαν βάλει στέρνες, όσοι τουλάχιστον δεν είχαν από παλιά-παλιά…

Αφού πότισε, μπήκε μέσα, έβαλε νερό να βράσει στη μασίνα κι ετοίμασε ένα φασκόμηλο. Το βαζάκι είχε απέξω μια φθαρμένη ετικέτα με κάποιες λέξεις μισές: …scafe, …old, ..lend. Άλλη μια συνήθεια που είχε περάσει ανεπιστρεπτί…

Ξύπνησε το γιό του και του ‘πε να ετοιμαστεί γα το σχολείο. Δεν ήταν μακριά, δυό χιλιόμετρα παρακάτω, στο σπίτι μιας δασκάλας που είχε αναλάβει να συνεχίσει τα καθήκοντα της στο σπίτι, πολύ σύντομα μετά τα «γεγονότα». Οι δάσκαλοι ήταν από τους πρώτους που είχαν πληγεί με την κρίση και τις μειώσεις μισθών αλλά αντίστοιχα κι από τους πρώτους που ξεκίνησαν να προσφέρουν έργο στη νέα κοινωνία που αναδύθηκε από τις στάχτες της παλιάς. Ήταν πράγματι εντυπωσιακό το πόσο καλύτερα έκαναν όλοι τη δουλειά τους όταν άρχισαν να την κάνουν για τον συνάνθρωπο τους και όχι για ένα μισθό.

Ο μικρός κατέβηκε τη σκάλα, αγουροξυπνημένος και αχτένιστος. Ο πατέρας του γέλασε και του νεύσε να κάτσει. Πήγε να του στρώσει λίγο τα τσουλούφια με ένα ροζιασμένο πια, χέρι αλλά ο μικρός τραβήχτηκε… «ι έπαθες ρε?» του είπε ο πατέρας του, «ντρέπεσαι?». «Γιατί κανονικά θα έπρεπε να ντρέπεσαι να βγεις έτσι έξω!» είπε γελώντας πριν σηκωθεί και βγει στον κήπο. Ο μικρός σούφρωσε τα χείλη του για μια στιγμή. «άσε μας ρε πατέρα» παραπονέθηκε αλλά κρυφά γελούσε. Ο πατέρας του είχε ακόμα ένα κόλλημα με την εμφάνιση, μάλλον απομεινάρι της δουλειάς που έκανε παλιά.

Δεν μιλούσε ποτέ για αυτήν κι ο μικρός ήταν σίγουρος πως ήξερε γιατί. Ο πατέρας του δούλευε σε τράπεζα… Δεν υπήρχαν πια τράπεζες, τις είχαν κάψει όλες την πρώτη βδομάδα μετά τα «γεγονότα». Εκεί φύλαγε ο κόσμος τα «βρώμικα». Και αφού δεν υπήρχαν ούτε αυτά πια, ποιος ο λόγος να υπάρχουν «τράπεζες»? βέβαια αυτό δεν εξηγούσε γιατί ο πατέρας δεν ήθελε να μιλά για τη δουλειά του εκεί…αλλά ήταν σίγουρος πως θα είχε τους λόγους του. Μπορεί να ήταν καμιά φορά περίεργος ο πατέρας αλλά ήταν καλός άνθρωπος. Σηκώθηκε, πήρε τη σακκούλα με τα πορτοκάλια, τα αυγά και το ψωμί που είχε φτιάξει ο πατέρας για την δασκάλα και βγήκε από την πόρτα σφυρίζοντας.

Ο πατέρας σταμάτησε για μια στιγμή το ξεχορτάριασμα και γύρισε ίσα-ίσα για να δει τον μικρό να ανεβαίνει στο ποδήλατο και να απομακρύνεται σφυρίζοντας…

Τα ποδήλατα είχαν πια την τιμητική τους. Είχε κι αυτός ένα παλιό, βαρύ, σε ένα ωραίο μπλέ χρώμα. Το είχε αποκτήσει κι αυτό , καινούριο τότε, σε μια άλλη εποχή, αλλιώτικη. Τότε το ποδήλατο ήταν χόμπυ κι επιδειξη, τώρα ήταν μια ανάγκη…
Θυμήθηκε πως χρόνια πριν είχε κάποτε διαδηλώσει υπέρ των ποδηλατόδρομων που καταστρατηγούνταν τότε από τα αυτοκίνητα κι από αυτόύς που δεν ήθελαν να ξεβολευτούν με τίποτα. Αυτό κι αν ήταν πια αστείο! Τα περισσότερα αυτοκίνητα ήταν πια κοτέτσια… όχι ότι δεν κυκλοφορούσαν κάποια, αλλά με την έλλειψη καυσίμων μόνο τα απολύτως αναγκαία, ασθενοφόρα κλπ.

Ξεχορτάριασε λίγο ακόμα και σηκώθηκε να πάει να κόψει ξύλα. Κοίταξε κάτω και είδε τα φαγωμένα παπούτσια του. Θυμήθηκε πως υπήρξε κάποτε ένα καιρός που κοιτώντας κάτω δεν τα έβλεπε τα πόδια του. Ακόμη χειρότερα, τότε ζοριζόταν να δέσει και τα κορδόνια του! Τότε μια φίλη του είχε πει «πρόσεχε το βάρος σου!! Όπως μπεις στα σαράντα έτσι θα μένεις!!» . Κι όμως την είχε διαψεύσει. Είχαν περάσει 15 χρόνια από τότε και αν εξαιρούσε κανείς κάποιες ρυτίδες το σώμα του ήταν στην καλύτερη κατάσταση που ήταν ποτέ! Και το ίδιο ίσχυε για τον περισσότερο κόσμο. Η
αλλαγή στον τρόπο ζωής μετά τα «γεγονότα» είχε αποβεί πολύ καλή για την υγεία και την σωματική κατάσταση των περισσότερων. φυσική διατροφή, περισσότερα λαχανικά, φρούτα και λιγότερο κρέας. άσε που η ζάχαρη είχε σχεδόν εξαφανιστεί, όπως επίσης κι όλα αυτά τα άχρηστα όπως σοκολάτες, snacks και γαριδάκια… Το μόνο που είχε μείνει από όλα αυτά ήταν τα περιτυλίγματα. Ως σκουπίδια εννοείται. ακόμη τα ΄βρισκες από δω κι από κει, αλλά ευτυχώς όλο και πιο σπάνια…

Τέλειωσε από τα ξύλα και κατευθύνθηκε στο κοτέτσι. Άνοιξε την πόρτα κι οι κοτούλες του ήρθαν τρέχοντας να δουν τι καλό είχε να τους ρίξει. Έριξε τα φλούδια και τα ψωμιά που είχαν μαζέψει αυτός κι οι γείτονες κι όσο ήταν απασχολημένες πήγε να μαζέψει τα αυγά. Όπως τράβηξε ένα βγήκε με ένα χαρτί κολλημένο πάνω του. ένα κομμάτι από παλιά εφημερίδα! Καιρό είχε να δει εφημερίδα, έστω και σε «δείγμα». Από μικρός διάβαζε πολύ, αλλά σχεδόν ποτέ δεν είχε καταφέρει να μπει στη συνήθεια της εφημερίδας. Αφού πολλές φορές τις αγόραζε και μετά ξέχναγε να τις διαβάσει… Είχε άλλωστε τα βιβλία του…

Δεν μπόρεσε να αντισταθεί λοιπόν και ξεκίνησε να διαβάζει το λειψό θέμα:

“…Δαμανάκη εκτιμά ότι έφτασε ο κόμπος στο χτένι και ότι η Ελλάδα θα πρέπει να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις της προκειμένου να αντιστρέψει το εξαιρετικά αρνητικό κλίμα που υπάρχει στην ΕΕ.

Όπως τονίζει, η επιστροφή στη δραχμή θα ήταν «μία απόλυτη υποβάθμιση του επιπέδου ζωής του μέσου πολίτη».

Προσθέτει, ακόμη, ότι το πολιτικό σύστημα μοιάζει να ζει τις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας, χρησιμοποιώντας το παρελθόν ως άλλοθι για να μην κάνει τίποτε σήμερα.”


«Αχαχαχα» γέλασε τρανταχτά! Τη θυμόταν αυτήν την δήλωση! Βρε τη Μαρία… Μετά από όλα όσα είχαν ακουστεί τότε, είχε πεταχτεί κι αυτή κι είπε την… κοτσάνα της! Ήταν βέβαια διπλά αστείο δεδομένου του τι συνέβη λίγες μέρες μετά…

Αν και το σχόλιο περί Πομπηίας δεν ήταν και τόσο μακριά από την πραγματικότητα… τουλάχιστον για κάποιους…όλα τα υπόλοιπα όμως…

Αυτό ήταν κάτι που τότε πολύς κόσμος το φοβόταν. Την «απόλυτη υποβάθμιση του επιπέδου ζωής του μέσου πολίτη» Μια πρόταση που σκόνταφτε σε δύο ορισμούς.

Τον ορισμό του «επιπέδου ζωής» και αυτόν του «μέσου πολίτη»

Ποιος ήταν όμως ο «μέσος πολίτης»? Δύο δουλειές (μια δημόσιο, μια μαύρη ιδιωτική) δύο αυτοκίνητα, δύο κινητά, δύο παιδιά,σπίτι με στεγαστικό, κοιλίτσα, γυναίκα και γκόμενα? Τα τελευταία δύο χρόνια πριν τα «γεγονότα» τα πράγματα είχαν αλλάξει πολύ.Έτσι κι αλλιώς ο «μέσος πολίτης» δεν ήταν αυτός που είχαν υπόψη τους οι πολιτικοί. μάλλον αυτόν θα ήθελαν αλλά δεν… Ο «μέσος πολίτης» είχε φάει μερικές μειώσεις στον μισθό του, είχε δει τουλάχιστον τη μια από τις δυό δουλειές του να χρεωκοπεί, μα πάνω από όλα είχε καταλάβει πως ο τρόπος ζωής που του πρότειναν είχε χρεωκοπησει πρώτος… Ο «μέσος πολίτης» πια ήταν κάποιος πιο συνειδητοποιημένος, στην χειρότερη περίπτωση απλά αγανακτισμένος, αλλά σίγουρα με ένα μυαλό πιο ανοιχτό σε νέες ιδέες μια κι οι παλιές είχαν αποδειχτεί άχρηστες… Όσο για το «επίπεδο ζωής»?
Προβλήματα υγιείας, άγχος για τα οικονομικά, «δήθεν» ανθρώπινες σχέσεις με «δήθεν» ανθρώπους, ενδιαφέρον για «δήθεν» πράγματα. «Δήθεν» επίπεδο ζωής…

Η Μαρία σε ένα πράγμα βέβαια είχε πέσει έξω τελείως κι αυτό ήταν η «επιστροφή στη δραχμή» Σίγουρα, το προσπάθησαν αλλά δεν τους είχε κάτσει. Η υπηρεσιακή κυβέρνηση τύπωσε κάτι δραχμές αλλά αυτές όχι απλά έχασαν την αξία τους αμεσα, κατάντησαν κωλόχαρτα από τη μια στιγμή στην άλλη. «Βρώμικα» κι αυτά… πήραν τον δρόμο των άλλων…

Οι πρώτες μέρες μετά τα «γεγονότα» ήταν δύσκολες. Ελλείψεις στην αγορά, στάση πληρωμών, προβλήματα με καύσιμα . Αβεβαιότητα για το τι μέλλει γενέσθαι. Στις μεγάλες πόλεις φασαρίες, διαδηλώσεις και λεηλασίες στα καταστήματα. Στις μικρότερες πόλεις τα πράγματα ήταν κάπως πιο ελεγχόμενα, από τον ίδιο τον κόσμο κυρίως. Πολύς κόσμος αρχικά κλείστηκε στα σπίτια του, περιμένοντας κι ελπίζοντας να γίνει κάτι και να επιστρέψουν όλα στην πρότερη κατάσταση τους. Μόνο που ολοένα και περισσότεροι αμφέβαλαν για το τι ακριβώς ήταν το «καλύτερο» σε αυτήν την πρότερη κατάσταση…

Κάτι οι γνωριμίες μεταξύ μας, κάτι κι η γενικότερη κατάσταση που ηταν πάντα πιο χαλαρή, εδώ αντιμετωπίστηκαν όλα πιο ήρεμα. Βοήθησαν πολύ και κάποιες ομάδες ανθρώπων που φάνηκαν προετοιμασμένοι και γέμισαν με την παρουσία τους και τις ιδέες τους το κενό που άφησαν οι επιβάτες των ελικοπτέρων πίσω τους…

Ανταλλαγές προιόντων, εναλλακτική οικονομία, αλληλεγγύη, συνεργασία. Στις γειτονιές οι άνθρωποι άρχισαν να γνωρίζονται μεταξύ τους λες και είχαν μόλις ξυπνήσει από ένα άσχημο όνειρο. Γειτονιές που παλιά ο καθένας κλεινόταν μέσα στο σπίτι του, ήταν ξαφνικά γεμάτες κόσμο στο δρόμο να κουβεντιάζουν, να σκέφτονται, να συζητούν. Και παντού παιδιά να παίζουν.

Τελειωνόντας με το κοτέτσι, μπήκε στο σπίτι και πήγε να πλύνει τα χέρια του. Πήρε την εργαλειοθήκη του και την έδεσε στη σχάρα του ποδηλάτου γερά. Ξεκίνησε προς το σπίτι του φίλου του, του Κώστα. Είχε χαλάσει η ανεμογενήτρια του και πήγαινε να της ρίξει μια ματιά. Ο Κώστας έφτιαχνε καλό κρασί και από τη φετινή σοδειά δεν είχε δοκιμάσει ακόμα! Μετά τον Κώστα είχαν συνάντηση στο συλλογικό τους χωράφι. Κάπως έτσι ήταν οργανωμένοι οι περισσότεροι. Αν είχαν κήπο φύτευαν τα βασικά ,καμιά κοτούλα, τα προς το ζήν. Αυτά με μερικές ώρες δουλειά τα φερναν βόλτα και μετά ασχολούνταν και με τα συλλογικά, εκεί που έβγαινε η παραγωγή που μοιραζόταν και κάναν κι ανταλλαγές με τις γύρω περιοχές η τους ψαράδες…

Η ζωή είχε γίνει πιο απλή. Αυτό ήταν σίγουρο. Όμως αισθανόταν πιο πλούσιος παρα ποτέ. Η απλή αυτή ζωή που ζούσε, ήταν γεμάτη από φύση, από φίλους, από πολύτιμο χρόνο για διάβασμα, για συζήτηση, για ευχάριστες ώρες με τον γιό του. Όλοι φοβόταν πως η επιβίωση σε προσωπικό επίπεδο θα τους έπαιρνε όλο τον χρόνο. αλλά όταν πέταξαν τις άχρηστες ασχολίες στην άκρη και συνεργάστηκαν για την επιβίωση είδαν πως δεν ήταν έτσι…

Είχε λιγότερα πράγματα δικά του αλλά του ήταν πιο χρήσιμα. Στην ουσία όλα τα μοιράζονταν μεταξύ τους. Τι όφελος είχε να έχεις κάτι που χρησιμοποιείς μια φορά το μήνα και να μην μπορούν να το χρησιμοποιούν κι άλλοι τις υπόλοιπες μέρες. Ο κόσμος είχε γίνει πιο πρακτικός. Λιγότερο φτιασιδωτός, λιγότερο ψεύτικος. Και πιο τίμιος. Απόδειξη το μενταγιόν που φορούσε γύρω από το λαιμό του. Κάποτε ήταν μπρελόκ για κλειδιά. Τώρα δεν είχε καμιά χρησιμότητα γιατί δεν είχε κλειδιά, δεν κλείδωνε τίποτα. Αλλά το κράταγε σαν ενθύμιο. Του το είχε χαρίσει μια φίλη του. Το’χε κερδίσει λέει σε μια βασιλόπιτα! Είχε πάνω ένα γάιδαρο που γελούσε κι από την άλλη έγραφε ΜΠΟΥΤΣΟΥΝΙ-CORFU και τον αριθμό 1. Το Μπουτσούνι ήταν μια από αυτές τις ομάδες που βοήθησαν τον κόσμο να ξαναβρεί τον τρόπο να αντιμετωπίσει την αλλαγή μετά τα «γεγονότα».

Η ομάδα αυτού καθεαυτού δεν υπήρχε πια. Όλο το νησί πια ήταν γεμάτο Μπουτσούνια. Και στα άλλα νησιά είχαν κάτι παρόμοιο. Μπορεί να το έλεγαν αλλιώς αλλά η ουσία ήταν η ίδια…

Η ζωή είχε αλλάξει. Είχε γίνει καλύτερη…