Πέμπτη, Απριλίου 12, 2012

Ψηφοφόροι...

Εκείνο το πρωί, η Άννα ξεκίνησε για τη σχολή χωρίς πολλή όρεξη... είχε κι αυτόν τον ηλίθιο σάκκο να κουβαλήσει. Μόλις θα σχόλαγε, έπρεπε να πάει κατευθείαν στο σταθμό του ΚΤΕλ για να προλάβει το λεωφορείο.'Αλλη όρεξη δεν είχε! Αλλά η μάνα της, το είχε ξεκαθαρίσει, έπρεπε να πάει να ψηφίσει. Ο κύριος Αδάμου, ο γεροξεκούτης που τόσα χρόνια ήταν δήμαρχος της μικρής πόλης όπου μεγάλωσε, χρειαζόταν κάθε ψήφο! Ούτε μια δεν έπρεπε να πάει χαμένη. Και ήταν γνωστό βέβαια πόσα πράγματα είχε κάνει ο πρώην δήμαρχος για την οικογένεια της. Δεν πολυανακατευόταν αλλά είχε ακούσει τους γονείς της να μιλούν συχνά τα βράδια όταν νόμιζαν ότι αυτή κοιμόταν... Δεν είχε καταλάβει τι παιζόταν ακριβώς αλλά είχε ακούσει κάτι για άδειες, μίζες, στραβά μάτια και Πολεοδομία...
Τους σιχαινόταν πραγματικά. Με τα κουστούμια, τις γραβάτες και τα ψεύτικα χαμόγελα τους, όλους τους σιχαινόταν...

Αλλά έλα που τη είχαν στο χέρι! Πηγαίνοντας για να ψηφίσει θα τσίμπαγε και κάνα φράγκο, που είχε ξεμείνει... δεν υπήρχε εναλλακτική λύση.

Εναλλακτική λύση δεν είχε και ο Γιάννης. Έπρεπε να πάει στο χωριό να ψηφίσει κι αυτός. Ο πατέρας του κατέβαινε υποψήφιος για τοπικός σύμβουλος και δεν μπορούσε να του το αρνηθεί. Στα πενήντα πέντε του παρέμενε δραστήριος και με ένα πολύ σοβαρό ενδιαφέρον για τα κοινά. Πίστευε ακόμα στην δημοκρατία, στις εκλογές και στην δύναμη της ψήφου... Άδικα του έλεγε ο Γιάννης πως οι εκλογές είναι κοροιδία. Πως δεν νοείται δημοκρατία και πραγματικά ελεύθερη επιλογή όταν η επιλογή που σου δίνουν είναι ανάμεσα σε πέντε γραβατωμένους διεφθαρμένους χαραμοφάηδες κι έναν βαρεμένο οικολόγο, πρώην τρόφιμο ψυχιατρείου... δεν άκουγε κανέναν.

Κανέναν δεν άκουγε κι ο Λάμπρος. Όχι πως δεν ήθελε, απλά είχε πολύ φασαρία! Το μηχάνημα που οδηγούσε αγκομαχούσε, έτριζε και σειόταν σαν μυθικό τέρας. Ατμοί έβγαιναν από παντού. Κάτω από τη πίσσα με την οποία το μεγαλύτερο μέρος του ήταν καλυμμένο, ήταν κίτρινο σαν τις μπουλντόζες με τις οποίες έπαιζε ο γιός του στον κήπο. Κάθε άλλη ομοιότητα σταματούσε εκεί. Κάθε τόσο φορτηγά έρχοταν και άδειαζαν το μαύρο τους φορτίο μέσα στο μηχάνημα και έστρωνε ένα κομμάτι δρόμο ακόμα. σαν να μην έφταναν όλα ψιλόβρεχε κιόλας. Είχε μαλλιάσει η γλώσσα του να εξηγεί στον εργολάβο, πως άσφαλτος και δρόμος σωστός υπο συνθήκες βροχής δεν φτιάχνεται. Το νερό δεν αφήνει την άσφαλτο να "κολλήσει" στο υπόστρωμα όσο κι αν το είχαν ξύσει με τις αλυσίδες. Τα αφεντικά όμως δεν ήξεραν τίποτα εκτός του ότι σε 2 μέρες ήταν εκλογές και ο δρόμος έπρεπε να είναι ασφαλτοστρωμένος. Λες και θα πέρναγαν οι ψηφοφόροι, θα έβλεπαν τον όμορφο στρωμένο δρόμο και θα ξεχνούσαν 4 χρόνια σκανδάλων και ασταμάτητης μίζας!

Μίζα είχε στο μυαλό του και ο Αλέκος. Όχι τέτοια μίζα όμως. Μια μίζα Βosch που "φορούσε" ο κινητήρας του λεωφορείου του. Αντίθετα με την προηγούμενη, ετούτη είχε σταματήσει και δεν έλεγε να ξαναδουλέψει. Είχε βγει λοιπόν στη γύρα να βρει ανταλλακτικά η μια άλλη έστω και μεταχειρισμένη γιατί το μεσημέρι είχε ταξίδι και δεν έπρεπε να το χάσει. Στο ένα μετά το άλλο από τα μαγαζιά που πήγε, δεν έβρισκε αυτό που ήθελε. Μα δεν είχε κάποιος μια μίζα σε στοκ? Πρόσεξε πως στα περισσότερα μαγαζιά τα ράφια ήταν άδεια, και σε δύο περιπτώσεις μάλιστα τα μαγαζιά ήταν κλειστά. Τελικά κατά τη μια κατάφερε και βρήκε αυτό που ήθελε και γύρισε γρήγορα στο σταθμό του ΚΤΕλ να τοποθετήσει τη μίζα του και να ετοιμάσει το λεωφορείο για το ταξίδι...

Το ταξίδι προβλεπόταν βαρετό. Η τουλάχιστον έτσι νόμιζε η Άννα. Τρία χρόνια τωρα στη σχολή το είχε κάνει αρκετές φορές. Από τότε που είχε ανοίξει ο καινούριος μεγάλος δρόμος ο χρόνος είχε μειωθεί σημαντικά αλλά η βαριόμαρα είχε ενταθεί αντιστρόφως ανάλογα... Ατελείωτη μαύρη άσφαλτος, μεγάλες ευθείες και λίγες στροφές συνδυασμένες με τον ψηλό τσιμεντένιο τοίχο στο πλάι του δρόμου και το χειμερινό πια σκοτάδι συνομωτούσαν ώστε να καταστεί πολύ βαρετό το ταξίδι. Πάνε τα ενδιαφέροντα χωριουδάκια και οι απότομες στροφές (φουρκέτες τις έλεγε ο αδερφός της) που σου έκοβαν την ανάσα. Φτάνοντας στον σταθμό είδε το πίσω μέρος του λεωφορείου ανοιχτό και κάποιον με τα χέρια χωμένα βαθιά μέσα στη μηχανή να σφίγγεται βλαστημώντας χαμηλόφωνα. "Ωχ!" σκέφτηκε, "ελπίζω να μην είναι χαλασμένο το λεωφορείο, δεν θα αντέξω να αργήσουμε και να φύγουμε..." Πήγε στο γκισέ και έβγαλε εισιτήριο. Ο υπάλληλος την διαβεβαίωσε πως το λεωφορείο θα έφευγε στην ώρα του.

Στην ωρα του έφυγε κι ο Γιάννης από τη δουλειά. Όπως κάθε φορά άλλωστε. Συμβασιούχος των 650 ευρώ, είχε ήδη ξεχάσει τι ακριβώς ήταν αυτό που υποτίθεται ότι έκανε εκεί που εργαζόταν. Μια τουρίστρια που είχε γνωρίσει το καλοκαίρι,μετά το σεξ τον είχε ρωτήσει τι δουλειά κάνει και όταν προσπάθησε να της εξηγήσει εκείνη γέλασε και του είπε "Aha!! You are a paperpusher! " Του είχε μείνει αυτό γιατί του άρεσε... Όντως αυτό ήταν, ένας σμπρώχτης χαρτιών...

Σμπρώχτες χαρτιών είναι και οι ψηφοφόροι. Σμπρώχνουν τα χαρτάκια μέσα στα φάκελα άλλοι ελπίζοντας να αλλάξει κάτι, άλλοι ελπίζοντας να μην αλλάξει τίποτα, άλλοι χωρίς ελπίδα καμιά... όλοι σίγουροι για αυτό που νομίζουν πως ξέρουν...


12/4/2012
την ανάρτηση αυτή την είχα ξεκινήσει το 2010. Ήρθαν έτσι τα πράγματα για να μείνει στο ράφι, αρκετό καιρό ώστε ένας κύκλος να κλείσει και να βγει "στον αέρα" μερικές βδομάδες πριν από τις επόενες εκλογές...
Ελπίζω ότι οι συμπολίτες μου θα κάνουν την υπέρβαση και θα ξεφύγουν από τον τρόπο λειτουργίας που περιγράφω παραπάνω. Θα μείνω με την ελπίδα μάλλον. Αλλά δεν θα πάψω ποτέ να ελπίζω , πως κάπου, κάποτε μπορεί να γίνει κάτι καλύτερο.

Μιλούν οι εμπλεκόμενοι για "αντίπαλους", αντίπαλα κόμματα, αντίπαλοι πολιτικοί, αντίπαλοι βουλευτές.

Αυτό που θα ήθελα να έχει κάθε ψηφοφόρος στο μυαλό του μπαίνοντας στο εκλογικό τμήμα είναι πως ο μόνος πραγματικος αντίπαλος του, είναι ο εαυτός του.

Κι αν καταφέρει να τον νικήσει, η ζωή μπορεί να γίνει κατιτις καλύτερη για πολύ κόσμο...

Καλό σμπρώξιμο!