Παρασκευή, Ιουλίου 30, 2010

Το soundtrack της ζωής μου... (Μέρος δεύτερον)

Στην προηγούμενη ανάρτηση δέχτηκα συγχαρητήρια που τα θυμάμαι όλα αυτά... Ομολογώ όμως πως η σειρά είναι λίγο μπερδεμένη έτσι το μέρος δεύτερον θα μας πάει σε κάποια χρόνια προηγούμενα αντί για επομενα...

Είναι 1984, οργουελική χρονιά, και είμαι στη Δευτέρα Λυκείου. Ένας καινούριος συμμαθητής, ο Γ.,εξ Αθηνών περαστικός για μια χρονιά, θα γίνει φίλος στενός και μέντορας μουσικός. Είναι η χρονιά που θα με δει να κάνω τις περισσότερες κοπάνες. Ειδικά πλησιάζοντας το καλοκαίρι του 1985, οι ζεστές ανοιξιάτικες μέρες θα μας βρουν συχνά στο μνημείο των επτανήσων με την κιθάρα να σιγοτραγουδάμε τραγούδια όπως αυτό:



αλλά και αυτό:



Ο Γ. είχε ένα ευρύ ρεπερτόριο. Έπαιζε κι ένα απίθανο ελληνικό τραγούδι μεταξύ άλλων, που είχα να το ακούσω καιρό. Ήταν η ΟΔΟΣ ΣΑΝΤΑΡΟΖΑ του Βασίλη Νικολαίδη.



Ήταν κι ένα κομμάτι που μου άρεσε τόσο που έμαθα και λίγο κιθάρα, ίσα ίσα την εισαγωγή να παίζω , να φτιάχνομαι...



Εκείνο το καλοκαίρι του 1985, για πρώτη φορά δεν δούλεψα για τον πατέρα μου, και βρήκα μια δουλειά σε ένα εστιατόριο στη Λάκκα Παξών. Η πρώτη μου δουλειά μακριά από το σπίτι. Κάθε 3-4 μέρες έβαζα μια σακκούλα άπλυτα στο καραβάκι και τα στελνα την κακομοίρα την μάνα μου... είχα καλή δικαιολογία, οι Παξοί είχαν πρόβλημα νερού και δεν είχα και πλυντήριο. Όχι ότι αν είχα ήξερα πως δουλεύει! Αυτό θα πέρναγαν πολλά χρόνια κι ένας χωρισμός για να το μάθω...
Στους Παξούς λοιπόν ,πολλη δουλειά, λίγο μοναξιά, που είναι οι φίλοι... Έρχεται λοιπόν ο Σπύρος από Κάβο, με καίκι, για τα γενέθλια μου. Και φέρνει μια κασσέτα δώρο, που είχε γράψει στο μαγαζί. Τότε αυτό έκανες για το φιλαράκι η την γκόμενα που γούσταρες στη δίπλα τάξη. Τους έγραφες μια κασέτα compilation. Ίδρωνες ένα βράδυ ολόκληρο, play, record, pause, rewind, fast forward κι έφτιαχνες ένα "πρόγραμμα" μοναδικό, κομμένο και ραμμένο σε αυτά που ήθελες να εκφράσεις. Αν έλεγα ότι τα θυμάμαι όλα τα τραγούδια θα έλεγα ψέματα , αλλά θυμάμαι αρκετά... πήγαινε κάπως έτσι...





Η δουλειά στους Παξούς δεν κράτησε πολύ, ο Άγγλος ιδιοκτήτης αντιμετώπιζε προβλήματα με τους ντόπιους και έτσι τον Αύγουστο είχα γυρίσει Κέρκυρα , όπου και την έβγαλα με τον Γ. και δυο ιταλίδες να κοιμόμαστε στις παραλίες, η να παίζουμε τάβλι στο μπαλκόνι του. Τον Σεπτέμβρη πήγα μαζί του στον Πειραιά και μετά Αίγινα, μουσαφίρης του φίλου μου στο σπίτι της γιαγιάς του στη Σουβάλα.



Στη Σουβάλα είχε πλάκα, υπήρχε ένα μπαράκι, κλασσικό καλοκαιρινό eighties με καρέκλες από σωλήνα και πλεγμένο πλαστικό και μεταλλικά τραπέζια. Κάτω είχε χαλίκι και ήταν και θερινό σινεμά μαζί. Είχαμε μαζευτεί μια παρέα εκεί σαν να είχες πάρει ένα δείγμα από κάθε "φυλή" των Αθηνών. Εμείς τα δύο χιπιά, ένα χούλιγκαν του Ολυμπιακού, ένα καρεκλάς, ένας λαικός, ένας ροκαμπιλάς...



Σε κανονικές συνθήκες μπορεί και να μην μιλάγμαε αλλά στη Σουβάλα δεν έιχαμε και πολλές επιλογές. Αυτή ήταν η παρέα. Είχα την ευκαιρία έτσι να μάθω από πρώτο χέρι τι σημαίνει να πεθαίνεις για την ομάδα. Κάτι που ομολογουμένως δεν είχα ζήσει ,αλλά και ούτε επρόκειτο ποτέ να ζήσω...



Αυτός ο τύπος θυμόταν την ζωή του σε σχέση με τα παιχνίδια της ομάδας, και ήταν πιο περήφανος για στιγμές όπως τότε που κοιμήθηκε σε παγκάκι στην Ελβετία τον χειμώνα, με μείον 16 βαθμούς η για τις φορές που είχε φάει το ξύλο της αρκούδας... Επίσης με είχε εντυπωσιάσει το γεγονός πως ο καρεκλάς (disco lover κοινώς) έπαιζε εκπληκτικά disco τραγούδια στην ακουστική.Με φουλ disco ρυθμικό στυλ!



Αυτά όμως για απόψε... περισσότερες μουσικές αναμνήσεις σύντομα...

σας φιλώ!